Νικόλας

Όλα σχετικά με το σκάφος και τις θαλάσσιες διαδρομές

Ιρένε

Φυσικές ομορφιές και αξιοθέατα


Τηλέμαχος

Δράση, παραλίες, νυχτερινή ζωή


Ουμπέρτο

Ιστορία, αρχαιολογία, μουσεία


Πηνελόπη

Αρχιτεκτονική, περιβάλλον, λαογραφία

Ντομένικο
Φαγητό, γλυκά, τοπικά προϊόντα



Οκά : μονάδα μέτρησης βάρους, ίση με 400 δράμια ("τα έχει 400", δηλ. δεν λείπει τίποτα, μεταφορικά κάπιος έχει όλο το λογικό του) ή 1282 γραμμάρια. Ίσχυε μέχρι το 1959.
Οκτώβριος : "Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οχτώ σπυριά δεν έκανες" (δηλ. τον Οκτώβριος πρέπει να γίνεται η σπορά).
ορνιθερό : το πουλερικό.
παλιάτσα : πήλινο δοχείο, στάμνα μεγάλο στόμιο χωρητικότητας 5 οκάδων.
πανίζω :Σ μουλιάζω το ψωμί -κατ' επέκταση πανισμένος ο μαλακός, ο μουλιασμένος.
παντρεύω (στο μαγείρεμα) : συνδυάζω ένα τρόφιμο με κάποιο άλλο.
παπάρα : μουλιασμένο ψωμί (σε λάδι, ζωμό, σάλτσα).
παραγινωμένο : το υπερώριμο, που δεν τρώγεται πια -παραγινωμένα σύκα.
παραστιά : η μαγειρική εστία.
πασκάζω (από το πασχάζω) : γιορτάζω το Πάσχα, αλλά και κατ' επέκταση σταματώ τη νηστεία μετά τη Σαρακοστή.
πασπαλάς : χοιρινό λαρδί
π(ι)νάκι : ξύλινο δοχείο για τη μέτρηση σιτηρών, χωρητικότητας 7,5 οκάδων περίπου.
πλαστήρι : σανίδα για το πλάσιμο του ψωμιού.
ποταμίσια : ποικιλία σταφυλιών από τα οποία παράγεται λευκό κρασί.
πούλλοι και πουλλάκια : μακρόστενα ψωμιά σε αντίθεση με το "στρογγυλό".
προβασιά : είδος χόρτων.
πύρωμα : ζέσταμα με φωτιά -κατ' επέκταση πυρώνω = ζεσταίνομαι υπερβολικά, φλογίζομαι.
πυρώνω : ζεσταίνομαι υπερβολικά, φλογίζομαι.
Ρακακιό : το κτίριο με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για την απόσταξη του οινοπνεύματος και της στροφιλιάς / του τσίπουρου.
ροϊ : πήλινο δοχείο για το λάδι, με κατάλληλο στόμιο (μποσάκι στη Μύκονο).
σαλαμούρα : η άλμη, με πολύ αλμυρή γεύση.
Σεπτέμβριος : "Σεπτέμβρης τρυγητής σ' αμπέλια και μελίσσια" (δηλ. ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας της σοδιάς).
σίτα : κόσκινο για το αλεύρι.
σκάφη : ξύλινη σκάφη για το ζύμωμα του ψωμιού.
σούμα : ρακί, βλ. και στροφιλιά.
σταραμίγδαλο : αλεύρι ανάμεικτο από σιτάρι και κριθάρι.
σταφιδόψωμο : ψωμί με σταφίδες (και καρύδια). Συνηθιζόταν τη Μεγάλη Πέμπτη.
στροφιλιά : οινοπνευματώδες ποτό από την απόσταξη των σταφυλιών μετά την αφαίρεση του μούστου, το τσίπουρο / η ρακή / το ρακί.
σύγλινο : βλ. γλυκερό.
τάβλα : σανίδα για την τοποθέτηση ψωμιών.
τάκος : τάπα, πώμα βαρελιού.
τουλούμι : ασκός από δέρμα κατσίκας.
τουλ(ου)πάνι : πολύ λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιούταν για να σκεπάζει φαγητά ή και για σούρωμα.
τραττάρω : περιποιούμαι έναν επισκέπτη 9κατ' επέκταση προσφέρω κάτι, να σε τραττάρω ένα γλυκό).
τριχιά : κόσκινο για το αλεύρι.
τσάμπουρο : το απομεινάρι του σταφυλιού "Εσύ' σαι το σταφύλι κι εγώ το τσάμπουρο φίλα 'με συ στα χείλη κι εγώ στο μάγουλο".
τσι(γ)αρίδες και τσιγαρίδια : τηγανισμένα κομματάκια χοιρινού λίπους.
τσι(κ)άλι : τσουκάλι και τσικαλούδι το μικρό τσουκάλι. -"Τ' ακαμάτη το τσουκάλι ο Θεός το μαγειρεύει" (ο Θεός φροντίζει για το φαγητό του ακαμάτη).
ζηλαδιά : η "πηκτή" που γίνεται από χοιρινό ή και κατσικίσιο κρέας (συνήθως από το κεφάλι και τα πόδια του ζώου).
τσίρος : λιαστό ψάρι.
τυροβόλι : καλαθάκι πλεγμένο από βούρλα.
τυροβολιά : είδος τυριού, ένα από τα πρώτα στάδια της κοπανιστής (Μύκονος).
ύλη (και γύλη) : κατακάθι -η γύλη του κρασιού,
φανάρι : κλουβί με μεταλλικό σκελετό και τοιχώματα από λεπτό μεταλλικό δίχτυ. Κρεμιόταν από την οροφή, για αερισμό και ασφάλεια από τα ζώα και χρησίμευε για τη σύντομη διατήρηση φαγητών.
φλάρος : η απόληξη της καμινάδας, απ' όπου βγαίνει ο καπνός -"Τον κακό σου τον και το μαύρο σου το φλάρο".
φλασκί : μικρό δοχείο (ή και μικρός ασκός) από αποξηραμένη φλασκιά.
φοινίκια : μελομακάρονα.
φουρτάλια : φαγητό σαν ομελέτα με διάφορες παραλλαγές στα υλικά της (Άνδρος).
φουφού : μικρό πήλινο σκεύος για το βράσιμο ή το ψήσιμο σε κάρβουνα.
φυραίνω : μειώνεται ο όγκος, το περιεχόμενό μου -το κολοκύθι φύρανε.
φύργανα : φρύγανα, ξεροί θάμνοι (θυμάρια κ.α.) που ως εύφλεκτοι χρησιμοποιούνταν για προσάναμμα.
χαλβαδόπιτα : συριανό γλύκισμα με χαλβά, αμύγδαλα και πολύ λεπτό φύλλο..
χαράκι : ξύλινη χαραγμένη βέργα που βυθιζόταν σε γάλα για τη μέτρηση της ποσότητάς του.
χαρανί : καζάνι.
χασκαρίδα : σύκο που έχει σκιστεί ("χάσκει") και βρίσκεται ακόμα πάνω στη συκιά.
Χλωρό : είδος ανάλατης φέτας.
χόβολη : σιγανή φωτιά.
χοιρομουρίδα : ποώδες φυτό που τρώγεται ωμό ή μαγειρευτό.
χοιροσφάγια : η σφαγή του οικόσιτου χοίρου και η διασκέδαση που ακολουθούσε. Διατηρημένο βυζαντινό έθιμο.
χόντρος : τραχανάς.
χοχλακώ : κοχλάζω -χοχλακό νερό.
χοχλιός : σαλιγκάρι, κοχλίας.
χριστόψωμο : γλυκό ψωμί των Χριστουγέννων.
ψάρι : το καλύτερο τμήμα του χοιρινού.

  • Τα "Χοιροσφάγια"
  • Φρέσκια μυζήθρα
  • Πετρωτή ή Πετρωτό Τυρί ή Πετροτύρι
  • Η διατροφή και η μαγειρική των Κυκλάδων - Λούζα
  • Γλυκό του κουταλιού από λεμονανθό
  • Γλυκίσματα
  • Παστέλι
  • Γλυκό Κουταλιού Καρυδάκι
  • Φουρτάλια με Πατάτες και Λουκάνικα
  • Γλωσσάρι
  • Γλωσσάρι ΙΙ

  • Ντομένικο