Οκά
: μονάδα μέτρησης βάρους, ίση με 400 δράμια ("τα έχει 400",
δηλ. δεν λείπει τίποτα, μεταφορικά κάπιος έχει όλο το λογικό του)
ή 1282 γραμμάρια. Ίσχυε μέχρι το 1959.
Οκτώβριος : "Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οχτώ σπυριά δεν έκανες"
(δηλ. τον Οκτώβριος πρέπει να γίνεται η σπορά).
ορνιθερό : το πουλερικό.
παλιάτσα : πήλινο δοχείο, στάμνα μεγάλο στόμιο χωρητικότητας 5 οκάδων.
πανίζω :Σ μουλιάζω το ψωμί -κατ' επέκταση πανισμένος ο μαλακός, ο
μουλιασμένος.
παντρεύω (στο μαγείρεμα) : συνδυάζω ένα τρόφιμο με κάποιο άλλο.
παπάρα : μουλιασμένο ψωμί (σε λάδι, ζωμό, σάλτσα).
παραγινωμένο : το υπερώριμο, που δεν τρώγεται πια -παραγινωμένα σύκα.
παραστιά : η μαγειρική εστία.
πασκάζω (από το πασχάζω) : γιορτάζω το Πάσχα, αλλά και κατ' επέκταση
σταματώ τη νηστεία μετά τη Σαρακοστή.
πασπαλάς : χοιρινό λαρδί
π(ι)νάκι : ξύλινο δοχείο για τη μέτρηση σιτηρών, χωρητικότητας 7,5
οκάδων περίπου.
πλαστήρι : σανίδα για το πλάσιμο του ψωμιού.
ποταμίσια : ποικιλία σταφυλιών από τα οποία παράγεται λευκό κρασί.
πούλλοι και πουλλάκια : μακρόστενα ψωμιά σε αντίθεση με το "στρογγυλό".
προβασιά : είδος χόρτων.
πύρωμα : ζέσταμα με φωτιά -κατ' επέκταση πυρώνω = ζεσταίνομαι υπερβολικά,
φλογίζομαι.
πυρώνω : ζεσταίνομαι υπερβολικά, φλογίζομαι.
Ρακακιό : το κτίριο με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις για την απόσταξη
του οινοπνεύματος και της στροφιλιάς / του τσίπουρου.
ροϊ : πήλινο δοχείο για το λάδι, με κατάλληλο στόμιο (μποσάκι στη
Μύκονο).
σαλαμούρα : η άλμη, με πολύ αλμυρή γεύση.
Σεπτέμβριος : "Σεπτέμβρης τρυγητής σ' αμπέλια και μελίσσια"
(δηλ. ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας της σοδιάς).
σίτα : κόσκινο για το αλεύρι.
σκάφη : ξύλινη σκάφη για το ζύμωμα του ψωμιού.
σούμα : ρακί, βλ. και στροφιλιά.
σταραμίγδαλο : αλεύρι ανάμεικτο από σιτάρι και κριθάρι.
σταφιδόψωμο : ψωμί με σταφίδες (και καρύδια). Συνηθιζόταν τη Μεγάλη
Πέμπτη.
στροφιλιά : οινοπνευματώδες ποτό από την απόσταξη των σταφυλιών μετά
την αφαίρεση του μούστου, το τσίπουρο / η ρακή / το ρακί.
σύγλινο : βλ. γλυκερό.
τάβλα : σανίδα για την τοποθέτηση ψωμιών.
τάκος : τάπα, πώμα βαρελιού.
τουλούμι : ασκός από δέρμα κατσίκας.
τουλ(ου)πάνι : πολύ λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιούταν για να σκεπάζει
φαγητά ή και για σούρωμα.
τραττάρω : περιποιούμαι έναν επισκέπτη 9κατ' επέκταση προσφέρω κάτι,
να σε τραττάρω ένα γλυκό).
τριχιά : κόσκινο για το αλεύρι.
τσάμπουρο : το απομεινάρι του σταφυλιού "Εσύ' σαι το σταφύλι
κι εγώ το τσάμπουρο φίλα 'με συ στα χείλη κι εγώ στο μάγουλο".
τσι(γ)αρίδες και τσιγαρίδια : τηγανισμένα κομματάκια χοιρινού λίπους.
τσι(κ)άλι : τσουκάλι και τσικαλούδι το μικρό τσουκάλι. -"Τ' ακαμάτη
το τσουκάλι ο Θεός το μαγειρεύει" (ο Θεός φροντίζει για το φαγητό
του ακαμάτη).
ζηλαδιά : η "πηκτή" που γίνεται από χοιρινό ή και κατσικίσιο
κρέας (συνήθως από το κεφάλι και τα πόδια του ζώου).
τσίρος : λιαστό ψάρι.
τυροβόλι : καλαθάκι πλεγμένο από βούρλα.
τυροβολιά : είδος τυριού, ένα από τα πρώτα στάδια της κοπανιστής (Μύκονος).
ύλη (και γύλη) : κατακάθι -η γύλη του κρασιού,
φανάρι : κλουβί με μεταλλικό σκελετό και τοιχώματα από λεπτό μεταλλικό
δίχτυ. Κρεμιόταν από την οροφή, για αερισμό και ασφάλεια από τα ζώα
και χρησίμευε για τη σύντομη διατήρηση φαγητών.
φλάρος : η απόληξη της καμινάδας, απ' όπου βγαίνει ο καπνός -"Τον
κακό σου τον και το μαύρο σου το φλάρο".
φλασκί : μικρό δοχείο (ή και μικρός ασκός) από αποξηραμένη φλασκιά.
φοινίκια : μελομακάρονα.
φουρτάλια : φαγητό σαν ομελέτα με διάφορες παραλλαγές στα υλικά της
(Άνδρος).
φουφού : μικρό πήλινο σκεύος για το βράσιμο ή το ψήσιμο σε κάρβουνα.
φυραίνω : μειώνεται ο όγκος, το περιεχόμενό μου -το κολοκύθι φύρανε.
φύργανα : φρύγανα, ξεροί θάμνοι (θυμάρια κ.α.) που ως εύφλεκτοι χρησιμοποιούνταν
για προσάναμμα.
χαλβαδόπιτα : συριανό γλύκισμα με χαλβά, αμύγδαλα και πολύ λεπτό φύλλο..
χαράκι : ξύλινη χαραγμένη βέργα που βυθιζόταν σε γάλα για τη μέτρηση
της ποσότητάς του.
χαρανί : καζάνι.
χασκαρίδα : σύκο που έχει σκιστεί ("χάσκει") και βρίσκεται
ακόμα πάνω στη συκιά.
Χλωρό : είδος ανάλατης φέτας.
χόβολη : σιγανή φωτιά.
χοιρομουρίδα : ποώδες φυτό που τρώγεται ωμό ή μαγειρευτό.
χοιροσφάγια : η σφαγή του οικόσιτου χοίρου και η διασκέδαση που ακολουθούσε.
Διατηρημένο βυζαντινό έθιμο.
χόντρος : τραχανάς.
χοχλακώ : κοχλάζω -χοχλακό νερό.
χοχλιός : σαλιγκάρι, κοχλίας.
χριστόψωμο : γλυκό ψωμί των Χριστουγέννων.
ψάρι : το καλύτερο τμήμα του χοιρινού.