Νικόλας

Όλα σχετικά με το σκάφος και τις θαλάσσιες διαδρομές

Ιρένε

Φυσικές ομορφιές και αξιοθέατα


Τηλέμαχος

Δράση, παραλίες, νυχτερινή ζωή


Ουμπέρτο

Ιστορία, αρχαιολογία, μουσεία


Πηνελόπη

Αρχιτεκτονική, περιβάλλον, λαογραφία

Ντομένικο
Φαγητό, γλυκά, τοπικά προϊόντα




αδράμι : άγριο πικρό χόρτο
αλεσμα : η συγκεκριμένη ποσότητα σιτηρών που προοριζόταν για την παρασκευή του ψωμιού.
αλιάδα : σκορδαλιά.
αλιφόνια : άγρια χόρτα, πικροράδικα (Κύθνος).
αλυσίβα : στάχτη βρασμένη με νερό που χρησιμοποιούταν για τη λεύκανση της μπουγάδας, αλλά και στη ζαχαροπλαστική. Επίσης, περιέλουαν τα σταφύλια για να τα απλώσουν στον ήλιο και να γίνουν σταφίδες.
αμανίτης : μανιτάρι.
ανεβατό : φουσκωμένο - ανεβατό προζύμι.
ανθότυρο : λευκό, μαλακό, ελαφρά αλατισμένο τυρί (Ανάφη και αλλού).
απλωτή : οριζόντια καλλιέργεια των σταφυλιών.
αρμεξιά : φρέσκο μαλακό τυρί
αρμεός : μεγάλο πήλινο δοχείο για τη συλλογή του αρμεγμένου γάλακτος.
ασβολιά : η κάπνα που είναι κολλημένη στο τσουκάλι.
βαρέλα : βαρέλι περιεκτικότητας 50 οκάδων.
βασιλικός : "βασιλικός κι αν μαραθεί την μυρωδιά την έχει".
βοϊδόγλωσσο : άγριο φαγώσιμο λαχανικό (Άνδρος).
βούτα : μεγάλο βαρέλι.
γαλατσίδες : είδος χόρτων.
γλέντι : "Ας φάμε και ας πιούμε και ας γλεντήσουμε, του χρόνου ποιος ξέρει εάν θα ζήσουμε".
γλίνα : το λίπος από το χοιρινό κρέας. Αλειφόταν στο ψωμί.
γλυκάδι : το ξύδι, κατ' ευφημισμό.
γογγύλι : "Είναι άσπρο σαν τυρί, στρογγυλό σαν το πιπέρι, μα τον Άγιο Λευτέρη, ούτε πιπέρι. Τα είναι ;" -"Έχει ποντικού ουρά, ποντικός δεν είναι. Τι είναι ;
γούρνα : στέρνα -βλ. και ληνό.
γράδα : βαθμός οινοπνεύματος.
δραγάτης : φύλακας στα χωράφια.
δράμι : υποδιαίρεση της οκάς, μεταφορικά η ελάχιστη ποσότητα.
ζάρο : μικρό πήλινο πιθάρι.
ζευγόρισμα : όργωμα -ρ. ζευγαρίζω.
ζηλαδιά : βλ. τσηλαδιά
ζυγούρι : το δύο ετών πρόβατο.
θρούμπι : θυμάρι -είδος τυριού που γίνεται σε τυροβόλι (Σέριφος).
καλτσούνια (καλασούνια) : γλυκίσματα από ζύμη με γέμιση.
κάρδαμος : το κάρδαμο, είδος χορταρικού.
κατοστάρι : μεταλλική κούπα που το περιεχόμενό της ήταν 100 δράμια (300 γηραμμάρια) και χρησίμευε κυρίως για το μέτρημα ποσότητας κρασιού.
κιούπι : βλ. κουρούπι.
κολατσί : κολατσιό -περί τις 10 τις πρωί.
κόπανος : γουδοχέρι.
καρ(υ)φές : βλ. τσιμπητά.
κούκλος : το αρσενικό γαλόπουλο.
κουμάρι : πήλινο δοχείο και ποικιλία σταφυλιού.
κουμαριανό : ποικιλία σταφυλιών από τα οποία παράγεται κόκκινο κρασί.
κουμνάκι : πήλινο δοχείο για να γίνει το κρατούνι.
κουρβούλα : ποικιλία σταφυλιού (ροδίτης).
κουρούπι : βαθύ πήλινο δοχείο για λάδι ή για διατηρημένα τρόφιμα, πιθάρι. το στόμιό του καλυπτόταν με πετσέτα που τη στήριζε μια ανάλογου μεγέθους με το στόμιο στρογγυλή, επίπεδη πέτρα.
κουτσουνάδες : είδος χόρτων.
κρασί : "Όλο είναι φόδιο της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι, και το κα(η)μένο το κρασί που όλα τα στηλώνει".
κρεμμύδι : "Ο γυιός μου ο μπαρμπα - Θόδωρας, πολλά ζωνάρια ζώνεται. Τι είναι;".
κυδωνάτος : κομμένος όπως κόβεται το κυδώνι -κυδωνάτες πατάτες.
λαγήνι ή λαήνι : μικρό πήλινο δοχείο κρασιού ή νερού.
λαζαράκια : ψωμένια ανθρωπάκια. γίνονταν του Λαζάρου και προορίζονταν για τα παιδιά.
λαμπριάτης : κατσίκι ή αρνί γεμιστό για τη γιορτή της Λαμπρής.
λάπαθο : είδος χόρτων.
λεμονιά : "Νύφη μου ωραιότατη, της λεμονιάς κλωνάρι, για πες μου πού το διάλεξες αυτό το παλικάρι;.
ληνό και ληνός : δεξαμενή όπου έρεε ο μούστος από το πατητήρι.
λιάστρα : μέρος εναπόθεσης των σταφυλιών για να στεγνώσουν στον ήλιο.
λίχνισμα : το ξεχώρισμα του καρπού των σιτηρών από τα άχυρα. τα σιτηρά υψώνονταν με διχάλια και ο αέρας παρέσυρε τα άχυρα πιο πέρα ενώ οι καρποί έπεφταν επί τόπου.
λούζα ή λούτσα : "λουκάνικο" από χοιρινό κρέας και καπνιστό χοιρινό κρέας.
μαεργιό : μαγειρείο, κουζίνα
Μάιος : "Μάης άβρεχτος μούστος άβραστος" (αν δεν βρέξει το Μάιο δεν θα γίνει καλός ο μούστος).
μαλάζω : ζυμώνω -μαλαχτό τυρί.
μαλαθούν(ι) : μικρό καλαθάκι από βούρλο, συνήθως για την τοποθέτηση τυριού.
μαλαχτό : φρέσκο τυρί που για να γίνει "ζυμώνεται" (μαλάσσεται).
μανέστρα : ζυμαρικό. το ακριβέστερο νόημα ποικίλλει από νησί σε νησί.
Μαντηλαριά : ποικιλία σταφυλιών (μαύρων και λευκών) από τα οποία παράγεται κρασί -"Μαντηλαριά και κι ασύρτικο, βουδόματο κι αθήρι, επρόβαλε η αγάπη μου από το παραθύρι".
μαρουλήθρες : είδος χόρτων.
μασ(ι) : είδος οικιακού ζυμαρικού.
μασουλίζω και μασουλώ : μασώ αργά.
μαστραπάς : πήλινη ή μεταλλική κανάτα.
μαυροποταμίσια : ποικιλία σταφυλιών από τα οποία παράγεται κόκκινο κρασί (μαυράκι).
μερέντι : απογευματινό γεύμα.
μεσταλιά : σύκα που έχουν αρχίσει να ξεραίνονται.
μασκός : μικρό χταπόδι.
μουσταλευριά : εκτός από τη γνωστή κρεμώδη μορφή της, στις Κυκλάδες ψηνόταν στο φούρνο κομμένη σε μικρά κομματάκια πασπαλισμένα με σουσάμι και αμύγδαλα ψιλοκομμένα.
μπολής : επιστάτης στη διαλογή των σταφυλιών κατά τον τρύγο.
μπόμπα : βαρέλι χωρητικότητας 400 οκάδων.
μπουκουνιές : κομμάτια από γλινερό, δηλ. βραστό χοιρινό κρέας.
μπουτσουναράκι : βλ ροϊ
μπρούσκο : κρασί με στυφή γεύση.
μυρώνια : αρωματικά βότανα
νάμα ( και ανάμα) : γλυκό αρωματικό κρασί.
νεροβράζω : μαγειρεύω σε σκέτο νερό.
νισεστέ : άμυλο από αραβόσιτο. Υπάρχει στο εμπόριο και χρησιμοποιείται σαν πηκτικό.
νταμιτζάνα : μεγάλη γυάλινη φιάλη, συχνά με προστατευτική εξωτερική επένδυση από ψάθα .
ντουράς : υφαντός σάκος για τη φύλαξη του ψωμιού ή τη μεταφορά στεγνών τροφών.
ξεροφαγία : λιτό, στεγνό φαγητό, π.χ. ψωμί με τυρί και ελιές.
ξινό : λευκό, πολύ μαλακό τυρί με υπόξινη γεύση από κατσικίσιο γάλα (Ίος)
ξυλάγγουρο : είδος αγγουριού σε σχήμα μικρού πεπονιού, που όσο ωριμάζει γλυκαίνει.

  • Τα "Χοιροσφάγια"
  • Φρέσκια μυζήθρα
  • Πετρωτή ή Πετρωτό Τυρί ή Πετροτύρι
  • Η διατροφή και η μαγειρική των Κυκλάδων - Λούζα
  • Γλυκό του κουταλιού από λεμονανθό
  • Γλυκίσματα
  • Παστέλι
  • Γλυκό Κουταλιού Καρυδάκι
  • Φουρτάλια με Πατάτες και Λουκάνικα
  • Γλωσσάρι
  • Γλωσσάρι ΙΙ

  • Ντομένικο