αδράμι : άγριο πικρό χόρτο
αλεσμα : η συγκεκριμένη ποσότητα σιτηρών που προοριζόταν για την παρασκευή
του ψωμιού.
αλιάδα : σκορδαλιά.
αλιφόνια : άγρια χόρτα, πικροράδικα (Κύθνος).
αλυσίβα : στάχτη βρασμένη με νερό που χρησιμοποιούταν για τη λεύκανση
της μπουγάδας, αλλά και στη ζαχαροπλαστική. Επίσης, περιέλουαν τα
σταφύλια για να τα απλώσουν στον ήλιο και να γίνουν σταφίδες.
αμανίτης : μανιτάρι.
ανεβατό : φουσκωμένο - ανεβατό προζύμι.
ανθότυρο : λευκό, μαλακό, ελαφρά αλατισμένο τυρί (Ανάφη και αλλού).
απλωτή : οριζόντια καλλιέργεια των σταφυλιών.
αρμεξιά : φρέσκο μαλακό τυρί
αρμεός : μεγάλο πήλινο δοχείο για τη συλλογή του αρμεγμένου γάλακτος.
ασβολιά : η κάπνα που είναι κολλημένη στο τσουκάλι.
βαρέλα : βαρέλι περιεκτικότητας 50 οκάδων.
βασιλικός : "βασιλικός κι αν μαραθεί την μυρωδιά την έχει".
βοϊδόγλωσσο : άγριο φαγώσιμο λαχανικό (Άνδρος).
βούτα : μεγάλο βαρέλι.
γαλατσίδες : είδος χόρτων.
γλέντι : "Ας φάμε και ας πιούμε και ας γλεντήσουμε, του χρόνου
ποιος ξέρει εάν θα ζήσουμε".
γλίνα : το λίπος από το χοιρινό κρέας. Αλειφόταν στο ψωμί.
γλυκάδι : το ξύδι, κατ' ευφημισμό.
γογγύλι : "Είναι άσπρο σαν τυρί, στρογγυλό σαν το πιπέρι, μα
τον Άγιο Λευτέρη, ούτε πιπέρι. Τα είναι ;" -"Έχει ποντικού
ουρά, ποντικός δεν είναι. Τι είναι ;
γούρνα : στέρνα -βλ. και ληνό.
γράδα : βαθμός οινοπνεύματος.
δραγάτης : φύλακας στα χωράφια.
δράμι : υποδιαίρεση της οκάς, μεταφορικά η ελάχιστη ποσότητα.
ζάρο : μικρό πήλινο πιθάρι.
ζευγόρισμα : όργωμα -ρ. ζευγαρίζω.
ζηλαδιά : βλ. τσηλαδιά
ζυγούρι : το δύο ετών πρόβατο.
θρούμπι : θυμάρι -είδος τυριού που γίνεται σε τυροβόλι (Σέριφος).
καλτσούνια (καλασούνια) : γλυκίσματα από ζύμη με γέμιση.
κάρδαμος : το κάρδαμο, είδος χορταρικού.
κατοστάρι : μεταλλική κούπα που το περιεχόμενό της ήταν 100 δράμια
(300 γηραμμάρια) και χρησίμευε κυρίως για το μέτρημα ποσότητας κρασιού.
κιούπι : βλ. κουρούπι.
κολατσί : κολατσιό -περί τις 10 τις πρωί.
κόπανος : γουδοχέρι.
καρ(υ)φές : βλ. τσιμπητά.
κούκλος : το αρσενικό γαλόπουλο.
κουμάρι : πήλινο δοχείο και ποικιλία σταφυλιού.
κουμαριανό : ποικιλία σταφυλιών από τα οποία παράγεται κόκκινο κρασί.
κουμνάκι : πήλινο δοχείο για να γίνει το κρατούνι.
κουρβούλα : ποικιλία σταφυλιού (ροδίτης).
κουρούπι : βαθύ πήλινο δοχείο για λάδι ή για διατηρημένα τρόφιμα,
πιθάρι. το στόμιό του καλυπτόταν με πετσέτα που τη στήριζε μια ανάλογου
μεγέθους με το στόμιο στρογγυλή, επίπεδη πέτρα.
κουτσουνάδες : είδος χόρτων.
κρασί : "Όλο είναι φόδιο της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι, και
το κα(η)μένο το κρασί που όλα τα στηλώνει".
κρεμμύδι : "Ο γυιός μου ο μπαρμπα - Θόδωρας, πολλά ζωνάρια ζώνεται.
Τι είναι;".
κυδωνάτος : κομμένος όπως κόβεται το κυδώνι -κυδωνάτες πατάτες.
λαγήνι ή λαήνι : μικρό πήλινο δοχείο κρασιού ή νερού.
λαζαράκια : ψωμένια ανθρωπάκια. γίνονταν του Λαζάρου και προορίζονταν
για τα παιδιά.
λαμπριάτης : κατσίκι ή αρνί γεμιστό για τη γιορτή της Λαμπρής.
λάπαθο : είδος χόρτων.
λεμονιά : "Νύφη μου ωραιότατη, της λεμονιάς κλωνάρι, για πες
μου πού το διάλεξες αυτό το παλικάρι;.
ληνό και ληνός : δεξαμενή όπου έρεε ο μούστος από το πατητήρι.
λιάστρα : μέρος εναπόθεσης των σταφυλιών για να στεγνώσουν στον ήλιο.
λίχνισμα : το ξεχώρισμα του καρπού των σιτηρών από τα άχυρα. τα σιτηρά
υψώνονταν με διχάλια και ο αέρας παρέσυρε τα άχυρα πιο πέρα ενώ οι
καρποί έπεφταν επί τόπου.
λούζα ή λούτσα : "λουκάνικο" από χοιρινό κρέας και καπνιστό
χοιρινό κρέας.
μαεργιό : μαγειρείο, κουζίνα
Μάιος : "Μάης άβρεχτος μούστος άβραστος" (αν δεν βρέξει
το Μάιο δεν θα γίνει καλός ο μούστος).
μαλάζω : ζυμώνω -μαλαχτό τυρί.
μαλαθούν(ι) : μικρό καλαθάκι από βούρλο, συνήθως για την τοποθέτηση
τυριού.
μαλαχτό : φρέσκο τυρί που για να γίνει "ζυμώνεται" (μαλάσσεται).
μανέστρα : ζυμαρικό. το ακριβέστερο νόημα ποικίλλει από νησί σε νησί.
Μαντηλαριά : ποικιλία σταφυλιών (μαύρων και λευκών) από τα οποία παράγεται
κρασί -"Μαντηλαριά και κι ασύρτικο, βουδόματο κι αθήρι, επρόβαλε
η αγάπη μου από το παραθύρι".
μαρουλήθρες : είδος χόρτων.
μασ(ι) : είδος οικιακού ζυμαρικού.
μασουλίζω και μασουλώ : μασώ αργά.
μαστραπάς : πήλινη ή μεταλλική κανάτα.
μαυροποταμίσια : ποικιλία σταφυλιών από τα οποία παράγεται κόκκινο
κρασί (μαυράκι).
μερέντι : απογευματινό γεύμα.
μεσταλιά : σύκα που έχουν αρχίσει να ξεραίνονται.
μασκός : μικρό χταπόδι.
μουσταλευριά : εκτός από τη γνωστή κρεμώδη μορφή της, στις Κυκλάδες
ψηνόταν στο φούρνο κομμένη σε μικρά κομματάκια πασπαλισμένα με σουσάμι
και αμύγδαλα ψιλοκομμένα.
μπολής : επιστάτης στη διαλογή των σταφυλιών κατά τον τρύγο.
μπόμπα : βαρέλι χωρητικότητας 400 οκάδων.
μπουκουνιές : κομμάτια από γλινερό, δηλ. βραστό χοιρινό κρέας.
μπουτσουναράκι : βλ ροϊ
μπρούσκο : κρασί με στυφή γεύση.
μυρώνια : αρωματικά βότανα
νάμα ( και ανάμα) : γλυκό αρωματικό κρασί.
νεροβράζω : μαγειρεύω σε σκέτο νερό.
νισεστέ : άμυλο από αραβόσιτο. Υπάρχει στο εμπόριο και χρησιμοποιείται
σαν πηκτικό.
νταμιτζάνα : μεγάλη γυάλινη φιάλη, συχνά με προστατευτική εξωτερική
επένδυση από ψάθα .
ντουράς : υφαντός σάκος για τη φύλαξη του ψωμιού ή τη μεταφορά στεγνών
τροφών.
ξεροφαγία : λιτό, στεγνό φαγητό, π.χ. ψωμί με τυρί και ελιές.
ξινό : λευκό, πολύ μαλακό τυρί με υπόξινη γεύση από κατσικίσιο γάλα
(Ίος)
ξυλάγγουρο : είδος αγγουριού σε σχήμα μικρού πεπονιού, που όσο ωριμάζει
γλυκαίνει.