Τα "Χοιροσφάγια"
Τα
"χοιροσφάγια", η σφαγή του χοίρου και η διασκέδαση που ακολουθούσε
με μεζέδες από το νεοσφαγμένο ζώο, είναι ένα ζωηρό έθιμο διατηρημένο
από τα βυζαντινά χρόνια σε πολλά κυκλαδονήσια ακόμα και σήμερα. Τα
παλιά χρόνια η εκτροφή ενός χοίρου ήταν μια σημαντική υπόθεση για
πολλά νοικοκυριά, γιατί έτσι εξασφαλιζόταν κρέας για πολύ μεγάλο χρονικό
διάστημα. Από το χοίρο σχεδόν τίποτα δεν πάει χαμένο. Το κεφάλι του
γινόταν βραστό ή "τσιλαδιά" ("πηχτή") στην οποία
προστίθονταν ακόμα και τα αυτιά. Φτιάχνονται παστά, λουκάνικα, αλλαντικά,
λούζες, ζηλαδιές. Ακόμα και τα κόκαλα παστώνονται σε πήλινα δοχεία
για χειμωνιάτικες κρεατόσουπες. Το λίπος (γλίνα) χρησιμοποιείται στη
μαγειρική και με τα υπολείμματα από το κρέας φτιάχνονται τα σίγλινα.
Άλλοτε η ουρά του χρησίμευε ως ξεμυγιάστρα και έως και η φούσκα του
με κάποια επεξεργασία γινόταν μπαλόνι για το παιδιά. Έλεγαν πως από
το χοίρο χάνεται μόνο η φωνή του. Τα χοιροσφάγια γίνονταν από τον
Οκτώβριο που δρόσιζε ο καιρός και βοηθούσε στο να πήζουν γρήγορα τα
διάφορα παρασκευάσματα ή να στεγνώνουν τα λουκάνικα. Γίνονταν επίσης
παραμονή Χριστουγέννων. Οι προετοιμασίες άρχιζαν από το προηγούμενο
βράδυ και από νωρίς το πρωί ξεκινούσε μια πραγματική γιορτή, με μεζέδες
και κρασί, που κατέληγε σε μουσική και χορό. Το "φρέσκα"
-δηλαδή οι μερίδες κρέας- στέλνονταν και προς φίλους, κουμπάρους,
συγγενείς.