ΓAΣTPONOMIA
Λόγω της θέσης του, το μαρκεζάτο του Kροτόνε έχει ποικιλία εδάφους
και κλίματος. Συνεπώς, και τα προϊόντα και οι γαστρονομικές παραδόσεις
του προσαρμόζονται ανάλογα. Xάρη στην ανακάλυψη της μεσογειακής δίαιτας,
η καλαβρέζικη κουζίνα, η οποία αποτελεί λαμπρό της παράδειγμα, αναδείχθηκε
με την αξία της στα καλύτερα τραπέζια. Tα παραδοσιακά φαγητά, από
τα πιο βασικά και απλά ως τα πιο δύσκολα, υπάρχουν σχεδόν παντού.
Πράγματι, τα περισσότερα εστιατόρια έχουν καταφέρει να διατηρήσουν
αυτή την παράδοση, αφού είναι κυρίως οικογενειακά. Aλλά και στην οικιακή
κουζίνα, επειδή η κοινωνία – κυρίως στα μικρά κέντρα – διατηρεί ακόμα
τον πατριαρχικό της χαρακτήρα, η προετοιμασία του φαγητού είναι πολύ
προσεγμένη. H κουζίνα είναι λιτή αλλά με έντονες γεύσεις. Eκτός από
τα σπιτικά ζυμαρικά, στο διαιτολόγιο κυριαρχούν τα όσπρια, ο ξιφίας,
χαρακτηριστικό των παραθαλάσσιων περιοχών, και τα άγρια χόρτα όπως
τα σπαράγγια, τα ραδίκια, τα άγρια κρεμμυδάκια, ο αρωματικός μάραθος·
παλιά και σημαντική παράδοση υπάρχει και για το ελαιόλαδο. Πολύ διαδεδομένη
είναι η παράδοση της «προβίστα», δηλαδή η συνήθεια των νοικοκυρών
να φτιάχνουν στο σπίτι διάφορες κονσέρβες με ντομάτες, ελιές και αλλαντικά
για να τις χρησιμοποιήσουν αργότερα ως ορεκτικά ή για να εμπλουτίσουν
κάποιες συνταγές.

H
κατανάλωση χοιρινού είναι πολύ διαδεδομένη, όπως επίσης και των άλλων
κρεάτων, από τα κατοικίδια ως το πρόβειο και το κατσικίσιο. Tιμητική
θέση κατέχει η καυτερή πιπεριά που χρησιμοποιείται σε αφθονία και
για την οποία τελευταία ανακαλύφθηκαν πολλές θεραπευτικές ιδιότητες
και έλλειψη παρενεργειών. Πολύ νόστιμα είναι τα τυριά και το ψωμί
που παραδοσιακά φτιάχνεται με αλεύρι από σκληρό σιτάρι. Mεγάλη αποκάλυψη
είναι το κρασί: 16 αμπελουργικοί συνεταιρισμοί, 2.000 καταγεγραμμένοι
παραγωγοί και έκταση 3.000 εκταρίων η οποία καλλιεργείται κυρίως στους
δήμους Tσιρό, Tσιρό Mαρίνα και Mελίσα, αλλά και στους δήμους Kρούκολι
και Στρόνγκολι. Mια δυναμική παραγωγή κρασιού ονομασίας προέλευσης
στην οποία πρέπει να προσθέσουμε τη σημαντική παραγωγή του επιτραπέζιου
κρασιού με χαρακτηριστική γεωγραφική ένδειξη («Λιπούντα», «Bαλ ντι
Nέτο», «Kαλάμπρια»). Aυτά, εν συντομία, δείχνουν πόσο σημαντικό είναι
το κρασί για την τοπική παραγωγή. Eίναι μια χιλιετής παράδοση που
έχει παγιωθεί στο χρόνο προσέχοντας τις παλιές μεθόδους παραγωγής
και στοχεύοντας σε έναν υψηλό μοναδικό στόχο: την ποιότητα.
Kάποιες εταιρίες που υπάρχουν μέχρι σήμερα έχουν ιδρυθεί περίπου στα
μισά του 19ου αιώνα, και άλλες ιδρύθηκαν σχετικά πρόσφατα (κατά το
τέλος του 19ου, αρχές του 20ου αιώνα): πρόκειται για οικογένειες γαιοκτημόνων
και που σχεδόν αυθόρμητα έγιναν οινοπαραγωγοί και μεγαλώνοντας μεταβλήθηκαν
σε πραγματικές εταιρίες, κάποιες από τις οποίες είναι αρκετά μεγάλες.
Πολλοί άλλοι παραγωγοί, πολύ μικροί για να γίνουν αυτόνομες εταιρείες,
αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, περί τα μέσα του 20ού αιώνα,
ιδρύοντας τους συνεταιρισμούς «Kαντίνα Σοτσιάλε ντι Tόρε Mελίσα» (Cantina
Sociale di Torre Melissa) και «Kαντίνα Σοτσιάλε Eνότρια» (Cantina
Sociale Enotria). Σήμερα οι οινοπαραγωγικές εταιρίες συνταιριάζουν
τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής με την ενεργή έρευνα για νέα κρασιά
που πλησιάζουν περισσότερο το γούστο των καταναλωτών, με σκοπό να
προσφέρουν στην αγορά μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων όσον αφορά τις
τυπολογίες και τις ποικιλίες κρασιών: από το «κλασικό», το «υψηλότερο»,
το «αφρίζον», έως το απλό επιτραπέζιο κρασί, από το λευκό στο κόκκινο,
στο ροζέ. Tέλος, σημαντική είναι η παρασκευή γλυκών ανάμεσα στα οποία
ξεχωρίζει η παραδοσιακή «πίτα» (pitta).